Αντικειμενική αξία - Είναι η αξία που προκύπτει βάσει φορολογικών κριτηρίων. Συνήθως, η αντικειμενική αξία είναι και αυτή που αναγράφεται στο συμβόλαιο αγοράς και είναι χαμηλότερη από την εμπορική αξία.

Αξία συναλλαγών μιας μετοχής - Ο αριθμός των μετοχών που διαπραγματεύονται σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο επί την αντίστοιχη μέση χρηματιστηριακή τιμή τής μετοχής.

Αμοιβαία Κεφάλαια (Mutual Funds) - Το Αμοιβαίο Κεφάλαιο είναι μία ομάδα περιουσίας που αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, της οποίας τα επιμέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και τα διαχειρίζονται οι Ανώνυμες Εταιρίες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ).

Απόδοση κατά την ημερομηνία εξαγοράς (Yield to Call) - Η απόδοση που αποφέρει ένα ομόλογο στον κάτοχό του από την ημερομηνία εκκαθάρισης της αγοράς έως και την ημερομηνία εξαγοράς του από τον εκδότη. Η απόδοση υπολογίζεται με βάση την τιμή αγοράς τού ομολόγου, το κουπόνι και το χρονικό διάστημα μέχρι την ημερομηνία εξαγοράς.

Απόδοση (Yield to Maturity) - Η απόδοση που αποφέρει ένα ομόλογο στον κάτοχό του από την ημερομηνία εκκαθάρισης της αγοράς έως και την ημερομηνία λήξης του. Η απόδοση υπολογίζεται με βάση την τιμή αγοράς τού ομολόγου, το κουπόνι και το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη του.

¶τοκη περίοδος πληρωμής - Περίοδος χάριτος
Περίοδος κατά την οποία ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας δεν χρεώνεται επιτόκιο, εφόσον καταβάλει το σύνολο της οφειλής του.

Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου - Η διάθεση καινούριων μετοχών από μια εταιρία στους υπάρχοντες επενδυτές σε αντάλλαγμα καινούργιων κεφαλαίων. Το εύρος τής τιμής διάθεσης ορίζεται από την εταιρία στους όρους της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και καθορίζεται από τη ζήτηση των επενδυτών.

Δημόσια Εγγραφή (IPO) - Η πρώτη πώληση αξιών από ιδιωτική εταιρία στο ευρύ κοινό. Μια εταιρία προβαίνει σε δημόσια εγγραφή, εάν επιθυμεί να εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά.

Διάρκεια κατάθεσης - Χρονική περίοδος κατά την οποία ο κάτοχος του λογαριασμού δεν έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη των κεφαλαίων του.

Εκδότης ομολόγου - Ο οργανισμός που δανείζεται κεφάλαια από τους επενδυτές με την έκδοση του ομολόγου (μπορεί να είναι κράτος ή εταιρία).

Ελάχιστη καταβολή - Το ελάχιστο ποσό που καλείται να πληρώσει ο κάτοχος της κάρτας, προκειμένου να θεωρείται ενήμερος.

Ελεύθερη εντολή (market order) - Εντολή αγοράς ή πώλησης που ο επενδυτής δεν ορίζει την τιμή.

Εμπορική αξία - Είναι η αξία που πωλείται το ακίνητο. Για την τράπεζα, εμπορική αξία είναι η αξία που θα προκύψει από την εκτίμηση του μηχανικού τής Τράπεζας με επίσκεψή του και αυτοψία στο ακίνητο.

Εντολή με όριο (limit order) - Εντολή αγοράς ή πώλησης σε συγκεκριμένη τιμή, η οποία ορίζεται από τον επενδυτή.

Εντολή στο κλείσιμο (At the Close Order) - Ο επενδυτής ορίζει ότι η επιθυμητή τιμή είναι η τιμή κλεισίματος του τίτλου. Αν μείνει ανεκτέλεστη ποσότητα, τότε η εντολή παραμένει σαν οριακή εντολή στην τιμή κλεισίματος, μέχρι το τέλος της συνεδρίασης.

Εντολή στη τιμή ανοίγματος (At the Open Order) - Ο επενδυτής ορίζει ότι η επιθυμητή τιμή είναι η τιμή εκκίνησης διαπραγμάτευσης του τίτλου. Αν στο άνοιγμα δεν υπάρχει διαθέσιμη ποσότητα, η υπολειπόμενη εντολή γίνεται οριακή τιμή, με τιμή την τιμή ανοίγματος.

Επικαρπία - Είναι το δικαίωμα εκμετάλλευσης και διαχείρισης των εσόδων τού ακινήτου. Σε περίπτωση θανάτου τού επικαρπωτή, η επικαρπία μεταφέρεται στον ψιλό κύριο που γίνεται κανονικός ιδιοκτήτης τού ακινήτου.

Επιτόκιο κατάθεσης - Το κέρδος που λαμβάνει ο καταθέτης σε αντάλλαγμα για την κατάθεση των κεφαλαίων του. Όσους περισσότερους περιορισμούς έχει ένας λογαριασμός τόσο μεγαλύτερο είναι το επιτόκιο της κατάθεσης.

Ετήσιο Επιτόκιο πιστωτικής κάρτας - Αποτελεί το κόστος χρήματος της κάρτας, σε περίπτωση μη καταβολής τού συνολικού χρεωστικού υπολοίπου. Συνήθως, είναι διαφορετικό για τις συναλλαγές και τις αναλήψεις μετρητών.

Ετήσιο Επιτόκιο δανείου - Αποτελεί το κόστος χρήματος του δανείου. Εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια σύμβασης/ισχύς του δανείου. Στην περίπτωση σταθερού επιτοκίου, δεν μεταβάλλεται σε όλη τη διάρκεια του δανείου, ενώ σε περίπτωση κυμαινόμενου επιτοκίου μπορεί να μεταβληθεί.

Ηλεκτρονική Τραπεζική - Χρήση τής ασφαλούς σελίδας τής τράπεζας για την ενημέρωση των υπολοίπων και κινήσεις των λογαριασμών, πιστωτικών καρτών, δανείων και επενδύσεων, για τη μεταφορά χρημάτων μεταξύ λογαριασμών τού κατόχου ή και τρίτων σε Ελλάδα και εξωτερικό, για πληρωμές πιστωτικών καρτών και δανείων, για εξόφληση λογαριασμών Δ.Ε.Η, Ο.Τ.Ε, Ε.Υ.Δ.Α.Π κ.λπ. για πραγματοποίηση αγοροπωλησιών μετοχών και αμοιβαίων κεφαλαίων κ.ά.

Κάρτα ανάληψης μετρητών (cash card) - Κάρτα για συναλλαγές μέσω των ΑΤΜς των τραπεζών.

Κουπόνι - Το επιτόκιο με βάση το οποίο καθορίζεται το τοκομερίδιο που καταβάλλεται στον κάτοχο του ομολόγου και είναι ποσοστό επί της ονομαστικής αξίας. Αυτό μπορεί να είναι σταθερό ή κυμαινόμενο, βασισμένο σε κάποιο επιτόκιο αναφοράς (π.χ. Euribor)

Μερίδα ΣΑΤ - Περιέχει τα προσωπικά στοιχεία τού επενδυτή (ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο, Α.Φ.Μ και Δ.Ο.Υ, Αρ. Ταυτότητας, Διεύθυνση, κλπ) στο Σύστημα ¶ϋλων Τίτλων. 

Λογαριασμός Αξιών - Δημιουργείται ταυτόχρονα με τη δημιουργία Μερίδας τού ΣΑΤ, ύστερα από σχετικό αίτημα Χειριστή, προς τον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή από τον επενδυτή. Ο Λογαριασμός Αξιών περιέχει τις άϋλες αξίες τού επενδυτή στο σύνολό τους.

Μέρισμα - Η διανομή των ετήσιων κερδών μιας εταιρίας στους επενδυτές της (κατόχους της μετοχής της).

Μηχανήματα Αυτόματης Ανάληψης (ATM) - Ηλεκτρονικές συσκευές που δίνουν τη δυνατότητα στους πελάτες να κάνουν αναλήψεις, καταθέσεις και μεταφορές μεταξύ λογαριασμών και πληρωμές πιστωτικών καρτών τής ίδιας τράπεζας, καθώς και να παρακολουθήσουν τα υπόλοιπα των λογαριασμών, χωρίς τη βοήθεια ταμία.

Όγκος συναλλαγών - Ο συνολικός αριθμός των αξιών που διαπραγματεύτηκαν, κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας.

Ονομαστική αξία - Το ποσό που θα επιστρέψει ο εκδότης στον αγοραστή τού ομολόγου, κατά τη λήξη του

Ονομαστική αξία μετοχής - Η αναγραφόμενη τιμή στον τίτλο τής μετοχής. Προκύπτει κατά την πρώτη έκδοση των μετοχών, από τη διαίρεση της αξίας τού μετοχικού κεφαλαίου τής εταιρίας με τον αριθμό των μετοχών που αρχικά εξέδωσε. Η ονομαστική αξία τής μετοχής διαφέρει από την τρέχουσα τιμή της.

Οριζόντια & Κάθετη ιδιοκτησία - Συμβολαιογραφικές πράξεις που επιτρέπουν την ανεξάρτητη ιδιοκτησία κάποιου τμήματος του ακινήτου (πράξη σύστασης αυτοτελούς και διηρημένης ιδιοκτησίας). Η κάθετη αφορά οικόπεδα και η οριζόντια αφορά κτίσματα. Για παράδειγμα, ένα 3όροφο κτήριο, ελλείψει οριζοντίου συστάσεως, θα πρέπει να προσημειωθεί ολόκληρο για την αποπεράτωση π.χ. του 2ου ορόφου και να υπογράψουν όλοι οι ιδιοκτήτες.

Πινακίδιο - Απόδειξη πραγματοποίησης της συναλλαγής προς τον πελάτη, μέσω του οποίου επικοινωνούνται τα στοιχεία τής συναλλαγής, όπως ο αριθμός των μετοχών που αγοράστηκαν ή πουλήθηκαν, η τιμή αγοράς ή πώλησης, τα έξοδα συναλλαγών, το ποσό του φόρου κ.ά.

Πιστωτικό Όριο
Είναι το ανώτατο χρηματικό ποσό που μπορεί ο κάτοχος να χρησιμοποιήσει για συναλλαγές με την κάρτα του. Η Τράπεζα, εφαρμόζοντας εσωτερικές διαδικασίες και πιστοδοτικά κριτήρια, ορίζει συγκεκριμένο πιστωτικό όριο για κάθε πελάτη. Κάποιοι σημαντικοί παράγοντες στον καθορισμό τού πιστωτικού ορίου είναι:

Το μηνιαίο εισόδημα
Οι εμπρόθεσμες πληρωμές
Η διάρκεια διαμονής στην ίδια οικία
Η ιδιοκτησία ακινήτου
Ο αριθμός των καρτών, καθώς και άλλων πιστωτικών προϊόντων (δανείων) που κάποιος έχει στο όνομά του.

Προσημείωση υποθήκης - Εμπράγματη εξασφάλιση, εγγραφή απαίτησης στο υποθηκοφυλακείο που τρέπεται σε υποθήκη

Συνδρομές & Έξοδα
Ετήσια συνδρομή
Το ετήσιο κόστος κατοχής και χρήσης μιας πιστωτικής κάρτας. Χρεώνεται κάθε χρόνο, κατά την ημερομηνία έκδοσης της κάρτας.

Έξοδα καθυστέρησης
Σε περίπτωση που ο κάτοχος της κάρτας καθυστερήσει να πληρώσει την ελάχιστη καταβολή, το ποσό τής συναλλαγής βαρύνεται με τόκο υπερημερίας.

Έξοδα υπέρβασης πιστωτικού ορίου
Σε περίπτωση υπέρβασης του Πιστωτικού Oρίου που έχει καθορίσει η Τράπεζα, ο κάτοχος υποχρεούται να εξοφλήσει το επιπλέον ποσό μέσα στην προθεσμία που θα ορίσει η Tράπεζα. Σε κάθε τέτοια περίπτωση υπέρβασης, ο λογαριασμός τού κατόχου επιβαρύνεται με έξοδα υπέρβασης πιστωτικού ορίου.

Τίτλος κυριότητας - Συμβόλαιο αγοράς, γονική παροχή, κ.λπ.

Τρέχουσα τιμή μετοχής - Η τιμή στην οποία διατίθεται η μετοχή στο χρηματιστήριο και την οποία πρέπει να καταβάλει ο μέτοχος για την απόκτησή της. Διαμορφώνεται μέσω της προσφοράς και της ζήτησης.

Χρεωστική Κάρτα (Debit Card) - Κάρτα για αγορές αγαθών και υπηρεσιών που χρεώνει απευθείας τον τραπεζικό λογαριασμό τού κατόχου. Συνήθως συνδυάζεται με κάρτα ανάληψης μετρητών (ATM card).

Χρεωστικό Υπόλοιπο
Είναι το συνολικό υπόλοιπο που έχει χρεωθεί ο πελάτης. Δηλαδή, υπόλοιπα από τον προηγούμενο λογαριασμό που δεν έχουν πληρωθεί, νέες συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στον τρέχοντα λογαριασμό και οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις και συνδρομές τής τράπεζας.

Χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση μιας εταιρίας - Η χρηματιστηριακή αξία μιας εταιρίας με βάση την τρέχουσα αξία της μετοχής επί τον αριθμό των μετοχών της. Υποδηλώνει σε ποια κατηγορία ανήκει μια εταιρία, δηλαδή μικρή, μεσαία ή μεγάλη κεφαλαιοποίηση.

Χρησικτησία - Είναι η ιδιοκτησία τού ακινήτου για την οποία ο φερόμενος ιδιοκτήτης δεν έχει τίτλο κυριότητας αλλά επικαλείται συνεχή νομή και κατοχή τού ακινήτου, για διάστημα άνω των 20 ετών

Ωρίμανση (Maturity) - Ο χρόνος μέχρι τη λήξη τού ομολόγου

Ψιλή Κυριότητα - Ιδιοκτησία του ακινήτου, χωρίς δυνατότητα διαχείρισης και εκμετάλλευσής του. Τα έσοδα του ακινήτου πηγαίνουν στον επικαρπωτή.

Market price - Η τιμή στην οποία διαπραγματεύεται το ομόλογο σε μια οργανωμένη (δευτερογενή) αγορά. Η τιμή μπορεί να είναι πάνω ή κάτω του 100% της ονομαστικής αξίας.

Reverse Split - Η μείωση του αριθμού των μετοχών που βρίσκονται σε κυκλοφορία. Η διαδικασία αυτή, συνήθως, χρησιμοποιείται από εταιρίες με χαμηλές τιμές των μετοχών τους που θα ήθελαν να αυξήσουν αυτές τις τιμές, είτε για να κερδίσουν περισσότερο σεβασμό στην αγορά είτε για να εμποδίσουν την εταιρία από το να διαγραφούν οι μετοχές (πολλά χρηματιστήρια προχωρούν σε διαγραφή αποθεμάτων, αν πέσουν κάτω από μια ορισμένη τιμή ανά μετοχή).

Split - Η αύξηση του αριθμού των μετοχών που βρίσκονται σε κυκλοφορία πάνω από την έκδοση μετοχών, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου τής εταιρίας. Λόγος για να προβεί μια εταιρία σε split είναι η αύξηση των τιμών σε επίπεδα τα οποία είναι είτε πολύ υψηλά είτε είναι πέρα από τα επίπεδα των τιμών ομοειδών εταιριών στον κλάδο τους. Το κύριο κίνητρο των εταιριών είναι να φαίνονται πιο προσιτές οι τιμές στους μικρούς επενδυτές, ακόμη και αν η υποκείμενη αξία τής εταιρίας δεν έχει αλλάξει.